Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

Ο Αλέκος και το μαγικό του βιολί

 





Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μικρό χωριό που το λέγαν Ψαχνά, γεννήθηκε ένα παιδί με μεγάλη αγάπη για τη μουσική. Το όνομά του ήταν Αλέκος. Όταν έπαιζε βιολί, οι νότες έπαιρναν φωτεινά χρώματα και χόρευαν γύρω του σαν μικρές πεταλούδες.

Ο παππούς και ο μπαμπάς του, που κι αυτοί ήξεραν να παίζουν μουσική, του δίδαξαν τα πρώτα τραγούδια. Από πολύ μικρός, ο Αλέκος άρχισε να ταξιδεύει από χωριό σε χωριό, παίζοντας σε πανηγύρια. Κάθε φορά που τραβούσε το δοξάρι του, οι άνθρωποι χαμογελούσαν, χόρευαν και τραγουδούσαν μαζί του.

Όταν μεγάλωσε, ο Αλέκος αποφάσισε να φύγει για την Αθήνα, γιατί ήθελε να μοιραστεί τη μουσική του με ακόμα περισσότερους ανθρώπους. Εκεί, τα τραγούδια του έγιναν διάσημα: το βιολί του μιλούσε για τα νησιά, τα βουνά και τις παραλίες, για τις γιορτές και τα πανηγύρια, και όλοι μαγεύονταν από τη μουσική του.

Μια μέρα, το μαγικό βιολί του Αλέκου τον πήρε μαζί του σε ένα μεγάλο ταξίδι… πέρα από τη θάλασσα, πάνω σε σύννεφα που μοιάζαν με μουσικά πεντάγραμμα, και τον οδήγησε σε χώρες μακριά, όπου οι άνθρωποι δεν είχαν ξανακούσει τέτοια μουσική. Εκεί, οι νότες του χόρευαν στα σοκάκια και στις πλατείες, και όλοι τον αγάπησαν.

Ο Αλέκος ποτέ δεν ξέχασε το χωριό του. Όποτε έπαιζε, θυμόταν τα Ψαχνά, τις γιορτές και τους φίλους του, και τα τραγούδια του γέμιζαν χαρά και αγάπη για την παράδοση του τόπου του.

Και έτσι, ακόμα και σήμερα, αν ακούσεις ένα μαγικό βιολί να παίζει, μπορεί να είναι ο Αλέκος που ταξιδεύει με τις νότες του, θυμίζοντας σε όλους ότι η μουσική μπορεί να κάνει τον κόσμο πιο φωτεινό και πιο χαρούμενο.



Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Αφιέρωμα: Παιχνίδια μιας άλλης εποχής

 


Παλιότερα, στα Ψαχνά  όπως και στα υπόλοιπα χωριά, τα παιδιά δεν είχαν τα παιχνίδια που κυκλοφορούν σήμερα, οπότε έπρεπε να εφεύρουν δικά τους για να περνάνε την ελεύθερη ώρα τους. Τα περισσότερα είχαν διεκδίκηση της νίκης και άλλα την ομαδική δουλειά. Μερικά από αυτά θα σας παρουσιάσουμε παρακάτω, έτσι όπως κάποια τα ζήσαμε εμείς τις δεκαετίες ’80 και ’90 και κάποια μας τα διηγήθηκαν οι μεγαλύτεροι από παλιότερες εποχές. Παιχνίδια που καλλιεργούσαν την προσπάθεια, την ανταγωνιστικότητα και την θέληση μεταξύ των παιδιών του χωριού και τα οποία με την πάροδο του χρόνου έχουν αντικατασταθεί από τα σύγχρονα (όπλα, επιτραπέζια, playstation, κ.α.) με αποτέλεσμα αυτά να ξεχαστούν και να χαθούν τελείως.


Κουτσό
Το κουτσό, ήταν ένα παιχνίδι που παιζόταν από 2 και πάνω παιδιά. Το κάθε παιδί χρησιμοποιούσε μια πέτρα πλατιά και αφού σχεδίαζαν με κιμωλία ή κάρβουνο το ταμπλό του παιχνιδιού, όπως φαίνεται στη φωτογραφία δίπλα, στην αυλή του σχολείου κλήρωναν ποίος θα αρχίσει πρώτος. Ο πρώτος λοιπόν έριχνε την πέτρα μέσα στα όρια με το νούμερο «1», περνούσε με το ένα πόδι τα υπόλοιπα νούμερα εώς το 10, γύριζε πάλι πίσω στο ένα πόδι, σταματούσε στο προηγούμενο νούμερο από αυτό που ήταν η πέτρα, έπρεπε να σκύψει και να πιάσει την πέτρα ισορροπώντας πάντα στο ένα πόδι και να την μεταφέρει πίσω στην αρχή. Το ίδιο συνεχιζόταν μέχρι ωσότου ολοκληρωθούν όλα τα νούμερα με αριθμητική σειρά εώς το 10. Όταν κάποιος έχανε την ισορροπία του ή πατούσε τις γραμμές από το σχεδιάγραμμα ή του έπεφτε η πέτρα, έχανε την σειρά του. Επίσης και όταν κάποιος δεν έριχνε την πέτρα εντός των ορίων του αριθμού που στόχευε. Νικητής ήταν αυτός που θα ολοκλήρωνε όλα τα νούμερα πρώτος.

Μηλαράκια
Παιζόταν από όσους παίχτες θέλανε να συμμετέχουν και αποτελούνταν από 2 ομάδες, τους δύο που τοποθετούνταν απέναντι σε απόσταση 10 μέτρων και τους υπόλοιπους στο κέντρο ανάμεσα τους. Οι 2 ακραίοι, σταθεροί από τις θέσεις τους, προσπαθούσαν να πετύχουν με την μπάλα αυτούς που κινούνταν στην μέση, με σκοπό να τους βγάλουν όλους εκτός παιχνιδιού. Αν κάποιον όμως, το πετύχαιναν με την μπάλα και αυτός προλάβαινε να την πιάσει πριν πέσει κάτω τότε έπαιρνε ένα μήλο. Συμπληρώνοντας κάποιος παίχτης 10 μήλα, έπαιρνε την θέση του ενός από τους δύο που ήταν στις άκρες και ξανά ξεκινούσε το παιχνίδι. Αν πάλι οι ακραίοι κατάφερναν να σημαδέψουν όλους τους αντιπάλους τους τότε αυτοί ήταν οι νικητές και ξανά ξεκινούσαν το παιχνίδι από την ίδια θέση.

Σκατουλάκια

.Το όνομα του παιχνιδιού πρέπει να είναι διαφορετικό, αλλά εμείς στην γειτονιά που μεγάλωσα, έτσι το λέγαμε. Ή τουλάχιστον εγώ έτσι το έμαθα και δεν γνωρίζω πως προέκυψε ή ποιανού έμπνευση ήταν. Έχουμε λοιπόν μερικές πέτρες και τις βάζουμε την μία πάνω στην άλλη (όσο πιο πλακέ πέτρες έχουμε, τόσο πιο εύκολο είναι να φτιάξεις τον πύργο με τις πέτρες ή όπως λέγαμε εμείς τα «σκατουλάκια») Ένας τα «φυλάει» και οι υπόλοιποι ρίχνουν με τη σειρά μια μπάλα από κάποια απόσταση και προσπαθούν να ρίξουν τα «σκατουλάκια» Με το που κάποιος το καταφέρνει, αυτός που τα φυλάει παίρνει την μπάλα και την ρίχνει προσπαθώντας να πετύχει κάποιον από τα υπόλοιπα παιδιά. Όσο κυνηγάει τα παιδιά ή την μπάλα (σε περίπτωση που την ρίξει και δεν πετύχει κανέναν), οι υπόλοιποι κάνουν απόπειρες να ξαναστήσουν τα «σκατουλάκια». Αν τα καταφέρουν να φτιάξουν τον πύργο με τις πέτρες, πριν χτυπήσει κάποιον με την μπάλα, τότε τα φυλάει το ίδιο παιδί, αλλιώς αυτός που τον πέτυχε η μπάλα και το παιχνίδι ξεκινάει και πάλι από την αρχή.

Αγαλματάκια ακούνητα

Τα αγαλματάκια παίζονται από τρία παιδιά και πάνω. Ένα παιδί τα «φυλάει» και κλείνει τα μάτια με την πλάτη γυρισμένη στα άλλα παιδιά. Κρατά κλειστά τα μάτια του και λέει τη φράση: «Αγαλματάκια ακούνητα, αγέλαστα, μέρα ή νύχτα;» Όσο λέει τη φράση και κρατά κλειστά τα μάτια τα άλλα παιδιά κινούνται. Φωνάζουν «νύχτα», όταν δεν είναι έτοιμα και «μέρα», όταν πάρουν μια συγκεκριμένη πόζα. Τότε ανοίγει τα μάτια του το παιδί που τα φυλάει και όλοι πρέπει να μείνουν ακίνητοι. Αν κάποιο παιδί εκείνη τη στιγμή κινηθεί, τα φυλάει εκείνο.

eviawelle

7 αρχαία παιχνίδια που έχουν φτάσει μέχρι το σήμερα!

 Ήταν τα αγαπημένα παιχνίδια των παιδιών στην Αρχαία Ελλάδα, στη Ρώμη και στην Αίγυπτο. Σίγουρα παίζατε κι εσείς με μερικά από αυτά. Ποιο ήταν το αγαπημένο σας; Κατά το πέρασμα του χρόνου τα παιχνίδια άλλαξαν υλικό, μορφή και όνομα αλλά η ουσία παρέμεινε ίδια. Δείτε τη λίστα του Greektoys Children’s Revolution® και θα εκπλαγείτε με την ομοιότητα που έχουν τα αρχαία παιχνίδια με τα σημερινά παιχνίδια!

1. Τροχήλατα παιχνίδια

Από τα αγαπημένα παιχνίδια των αγοριών ήταν τα ζωόμορφα παιχνίδια με ρόδες, στα οποία έβαζαν ένα χαλινάρι για να μπορούν να τα “οδηγούν”.





Αυτό το πήλινο αλογάκι είναι 3000 ετών και μαγεύει τους επισκέπτες στο μουσείο του Κεραμικού. Δίπλα ένα σύγχρονο ξύλινο παπάκι έχει ακριβώς την ίδια λειτουργικότητα!

2. Κούκλες

Το αρχαιότερο παιχνίδι στον κόσμο εξελίχτηκε από θρησκευτικό ειδώλιο και πήρε τη μορφή της κούκλας για να παίξει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των κοριτσιών.

Η πλαγγόνα ήταν ένα από τα αγαπημένα παιχνίδια των κοριτσιών στην αρχαία Ελλάδα. Ήταν κούκλα, συνήθως φτιαγμένη από πηλό, με γυναικεία μορφή και περίπλοκα χτενίσματα στα μαλλιά. Κάποιες φορές η ενδυμασία της κούκλας ήταν ζωγραφισμένη, άλλες φορές τα κορίτσια έφτιαχναν πάνινα ρουχαλάκια. Χαριτολογώντας θα μπορούσαμε να συγκρίνουμε την πλαγγόνα με τη Barbie της σημερινής εποχής.



3. Αστράγαλοι

Οι αστράγαλοι ήταν συνήθως από αληθινά κότσια ζώων, αλλά υπήρχαν και αυτά που ήταν φτιαγμένα από χαλκό και άλλα υλικά. Παιζόταν κυρίως από γυναίκες και παιδιά. Ήταν παιχνίδι επιδεξιότητας αλλά το χρησιμοποιούσαν και σαν ζάρια. Με τους αστραγάλους παίζανε πεντέλιθα. Όπως και τα σημερινά πεντόβολα, στο αντίστοιχο παιχνίδι χρησιμοποιούσαν 5 αστραγάλους. Ο κάθε παίχτης πετούσε ψηλά έναν αστράγαλο και έπειτα προσπαθούσε να τον ξαναπιάσει αφού πρώτα είχε πάρει από κάτω έναν ακόμα αστράγαλο.



4. Γιο-γιο

Το γιογιό, όπως το γνωρίζουμε μέχρι τις μέρες μας, ήταν ένα δημοφιλές παιχνίδι και τα παιδιά έπρεπε να εξασκηθούν στην ικανότητα να ανεβάζουν και να κατεβάζουν το ξύλινο ή πήλινο αντικείμενο που ήταν δεμένο στην άκρη της κλωστής.



5. Σβούρα

Άλλο παιχνίδι επιδεξιότητας ήταν ο στρόμβος ή σβούρα. Υπήρχαν διαφορετικά είδη σβούρας, με διαφορετικά σχήματα και χρώματα. Σε ένα παιχνίδι με σβούρα το παιδί έριχνε τη σβούρα μια φορά μέχρι αυτή να σταματήσει να γυρίζει, σε άλλο παιχνίδι το παιδί έδινε ώθηση στη σβούρα με ένα μικρό μαστίγιο για να συνεχιστεί η περιστροφή της.



6. Στεφάνι

Ένα παιχνίδι το οποίο έπαιζαν ακόμη και ενήλικες άντρες ήταν το στεφάνι ή αλλιώς, ο τροχός. Το παιδί έριχνε το στεφάνι και έπρεπε, χρησιμοποιώντας επιδέξια ένα ραβδί, να το κρατήσει σε κίνηση. Οι ενήλικες έπαιζαν το στεφάνι στις παλαίστρες για να γυμνάζονται. Ήταν φτιαγμένο από χαλκό, είχε μεγάλο μέγεθος και ήταν βαρύτερο σε σχέση με το αντίστοιχο παιδικό παιχνίδι.



7. Ζάρια

Τα ζάρια ή πεσσοί, όπως και στις μέρες μας, είχαν σημεία σε κάθε πλευρά, από το 1 μέχρι το 6. Ανήκουν στην κατηγορία των τυχερών παιχνιδιών και παίζονταν επίσης από τους άντρες. Ήταν από πηλό, οστά, ελεφαντοστό, χαλκό ή άλλο πολύτιμο μέταλλο.


Αρχαία ζάρια και γιο-γιο Συλλογή του Μουσείο Alla Scala

Αυτά είναι τα παιχνίδια που ξεχωρίσαμε, φυσικά υπάρχουν και άλλα, όχι λιγότερο σημαντικά, που αντιστέκονται στο χρόνο και στην τεχνολογία και συνεχίζουν να δίνουν χαρά στα παιδιά μετά από χιλιάδες χρόνια!


Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Τα παραμύθια της Μελενιας. Πρόταση βιβλίου


 Γεια σας, παιδιά! Εγώ είμαι η Μελένια και αυτό το μαγικό μου βιβλίο! Ας το ανοίξουμε, λοιπόν, να δούμε ποια ιστορία θα μας διηγηθεί σήμερα... Η Χρυσάνθη είναι πολύ στεναχωρημένη που οι φίλοι της προτιμούν να βλέπουν τηλεόραση αντί να παίζουν. Μαζί με τον αδερφό της καταστρώνουν ένα σχέδιο για να κάνουν τους φίλους τους να αφήσουν την τηλεόραση και να έρθουν για παιχνίδι... (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

https://www.politeianet.gr/el/products/9789601417097-libanh-hlektra-drilia-libanhs-oi-istories-ths-melenias-ax-afth-h-thleorash

Ένα δώρο για τους μικρούς μας φίλους: Τα αρκουδάκια της αγάπης

 


Τα **Αρκουδάκια της Αγάπης** (Care Bears) δεν ξεκίνησαν από κάποιο βιβλίο ή ταινία, αλλά ως... ευχετήριες κάρτες! Είναι ένα από τα πιο επιτυχημένα παραδείγματα χαρακτήρων που δημιουργήθηκαν για εμπορικούς σκοπούς και κατέληξαν να γίνουν πολιτιστικό φαινόμενο.

Ακολουθούν τα σημαντικότερα ιστορικά στοιχεία για τη διαδρομή τους:

### 1. Η Γέννηση (1981)

Όλα ξεκίνησαν το **1981** από την εταιρεία ευχετήριων καρτών **American Greetings**. Η εικονογράφος **Elena Kucharik** ήταν η καλλιτεχνική «μητέρα» των πρώτων δέκα αρκούδων. Στόχος ήταν να δημιουργηθούν χαρακτήρες που εξέφραζαν συγκεκριμένα συναισθήματα και διαθέσεις.

### 2. Οι "Αυθεντικοί" 10

Το 1982, οι χαρακτήρες παρουσιάστηκαν επίσημα στο κοινό. Οι πρώτοι δέκα αρκούδοι ήταν:

* **Bedtime Bear** (για τον ύπνο)
* **Birthday Bear** (για τα γενέθλια)
* **Cheer Bear** (η αισιόδοξη)
* **Friend Bear** (της φιλίας)
* **Good Luck Bear** (της τύχης)
* **Grumpy Bear** (ο γκρινιάρης - ο μόνος που επιτρεπόταν να μην είναι χαρούμενος!)
* **Love-a-lot Bear** (της αγάπης)
* **Tenderheart Bear** (ο ηγέτης, με την καρδιά)
* **Wish Bear** (των ευχών)
* **Funshine Bear** (του ήλιου και της διασκέδασης)

### 3. Η Μεγάλη Επιτυχία των 80s

Το 1983, η εταιρεία παιχνιδιών **Kenner** κυκλοφόρησε τα πρώτα λούτρινα, τα οποία έγιναν αμέσως ανάρπαστα. Η επιτυχία οδήγησε σε:

* **Τηλεοπτικά special:** Τα πρώτα επεισόδια προβλήθηκαν το 1983 και 1984.
* **Κινηματογραφική ταινία (1985):** Η ταινία *The Care Bears Movie* σημείωσε τεράστια επιτυχία, φέρνοντας στα ταμεία πάνω από 20-30 εκατομμύρια δολάρια, ποσό τεράστιο για animation εκείνης της εποχής.
* **Care Bear Cousins:** Λόγω της δημοτικότητας, προστέθηκαν και άλλα ζώα (λιοντάρι, ελέφαντας, πιγκουίνος κ.α.) που ονομάστηκαν «Ξαδέρφια των Αρκούδων της Αγάπης».

### 4. Το Σύμβολο στην Κοιλίτσα (Belly Badges)

Κάθε αρκουδάκι έχει ένα μοναδικό σύμβολο στην κοιλιά του που αντιπροσωπεύει τη «δύναμή» του. Στην ιστορία τους, χρησιμοποιούν το **"Care Bear Stare"** (το Βλέμμα της Αγάπης), όπου όλα μαζί στέκονται στη σειρά και εκπέμπουν φως από τα σύμβολά τους για να νικήσουν την κακία και τη δυστυχία.

### 5. Εξέλιξη και Σύγχρονη Εποχή

Τα Αρκουδάκια έχουν περάσει από πολλές αισθητικές αλλαγές (rebrands):

* **Δεκαετία '90:** Μια μικρή κάμψη, αλλά παρέμειναν κλασικά.
* **2002:** Επέτειος 20 ετών με νέα εμφάνιση και CGI ταινίες.
* **2020 (Care Bears: Unlock the Magic):** Η πιο πρόσφατη εκδοχή με πιο μοντέρνο, καρτουνίστικο στυλ που εστιάζει πολύ στη διαφορετικότητα και την ψυχική υγεία.

---

> **Bonus Fact:** Ο Grumpy Bear (ο Γκρινιάρης) είναι διαχρονικά ένας από τους πιο δημοφιλείς χαρακτήρες, καθώς πολλοί ενήλικες πλέον ταυτίζονται με την ανάγκη του να είναι... απλώς κακόκεφος μερικές φορές!



 

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Όσκαρ Ουάιλντ, «Ο σκληρόκαρδος γίγαντας»

 


Αντί άλλου άρθρου, σας χαρίζω το υπέροχο και διδακτικό παραμύθι του Όσκαρ Ουάιλντ "Ο  σκληρόκαρδος Γίγαντας" που θυμίζει πολύ πως είναι οι καρδιές των ανθρώπων και πως θα πρέπει να γίνουν.

Κάθε απόγευμα, φεύγοντας απ' το σχολείο, τα παιδιά το 'χαν συνήθεια να παίζουν στον κήπο του γίγαντα.
Ήταν ένας πελώριος, μαγευτικός κήπος, μ' απαλή πράσινη χλόη και χιλιάδες πολύχρωμα λουλούδια όμοια μ' αστέρια κι ακόμα, εδώ κι εκεί, δώδεκα ροδακινιές φορτωμένες ρόδινα κι ολόλευκα ντελικάτα ανθάκια απ' της άνοιξης τ' άγγιγμα, που το φθινόπωρο βάραιναν απ' τα πολύχυμα φρούτα.
Τα πουλιά κάθονταν στα δέντρα και κελαηδούσαν τόσο γλυκά, που τα παιδιά σταματούσαν το παιχνίδι για να τ' ακούσουν. «Πόσο ευτυχισμένα είμαστε εδώ!» έλεγαν αναμεταξύ τους.
Κάποια μέρα ο γίγαντας γύρισε. Εφτά ολάκερα χρόνια ήταν σ' επίσκεψη, στο φίλο του το δράκο της Κόρνις, κι όταν τα χρόνια πέρασαν κι εκείνος είχε τελειώσει ό,τι είχε να πει —αφού δεν είχε και πολλά να συζητήσει— αποφάσισε το γυρισμό στο κάστρο.
Την ώρα που 'φτασε, αντίκρισε τα παιδιά να παίζουν στον κήπο.
«Τι δουλειά έχετε εδώ;» φώναξε μ' οργή, και τα παιδιά το 'βαλαν στα πόδια τρομαγμένα.
«Ο κήπος είναι μοναχά δικός μου», είπε ο γίγαντας. «Όλοι μπορούν να το καταλάβουν, και δεν θα επιτρέψω σε κανένα να παίζει εδώ, έξω από μένα».
Κι έτσι, έχτισε έναν πελώριο τοίχο ολόγυρα στον κήπο, κι ύστερα κάρφωσε μια πινακίδα που 'λεγε: Οι παραβάτες τιμωρούνται.
Ήταν, αλήθεια, ένας πολύ σκληρόκαρδος γίγαντας.
Τα δύστυχα τα παιδιά τώρα δεν είχαν μέρος να παίξουν. Δοκίμασαν να παίξουν στο δρόμο, όμως ήταν γεμάτος σκόνη και στουρναρόπετρες και δεν τους άρεσε. Βάλθηκαν τότε να περιπλανιούνται γύρω απ' τους ψηλούς τοίχους, όταν τέλειωναν τα μαθήματά τους, νοσταλγώντας τον όμορφο κήπο. «Πόσο ευτυχισμένα ήμασταν εκεί», έλεγαν αναμεταξύ τους.
Κι ύστερα ήρθε η άνοιξη. Η εξοχή γιόμισε από μικρά μπουμπούκια και πουλάκια. Μονάχα στον κήπο του Σκληρόκαρδου Γίγαντα ήταν ακόμα χειμώνας. Τα πουλιά ούτε που νοιάστηκαν να τραγουδήσουν για 'κείνον, αφού δεν υπήρχαν παιδιά εκεί, και τα δέντρα λησμόνησαν ν' ανθίσουν.
Αν καμιά φορά κανένα όμορφο λουλουδάκι έβγαζε το κεφαλάκι του απ' το γρασίδι, μόλις αντίκριζε την πινακίδα ένιωθε τέτοια λύπη για τα παιδιά, που λούφαζε ξανά στο χώμα, συνεχίζοντας τον ύπνο του.
Οι μόνοι που 'ταν ευχαριστημένοι απ' αυτή την κατάσταση ήταν το χιόνι και η παγωνιά. «Η άνοιξη λησμόνησε αυτό τον κήπο», έλεγαν, «κι έτσι εμείς θα μείνουμε εδώ όλο το χρόνο». Το χιόνι τύλιξε το γρασίδι με τον ολόλευκο μανδύα του κι η παγωνιά μπογιάτισε όλα τα δέντρα ασημένια. Ύστερα προσκάλεσαν και το Βόρειο Άνεμο να 'ρθει να μείνει μαζί τους κι εκείνος ήρθε τυλιγμένος με βαριά γουναρικά. Ολημερίς ούρλιαζε πάνω απ' τον κήπο και φύσαγε μες στις καμινάδες. «Μα τούτο είναι ένα θαυμάσιο μέρος», έλεγε, «πρέπει να καλέσουμε και το χαλάζι». Κι έτσι, το χαλάζι, ντυμένο στα γκρίζα και μ' ανάσα όμοια με πάγο, ήρθε. Κάθε μέρα, για τρεις ώρες, χοροπηδούσε πάνω στη στέγη του κάστρου, μέχρι που τα περισσότερα κεραμίδια ράγισαν, κι ύστερα, γυρνοβόλαγε στον κήπο, όσο πιο γρήγορα μπορούσε. «Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί η άνοιξη άργησε να 'ρθει», συλλογιζόταν ο Σκληρόκαρδος Γίγαντας, καθώς γερμένος στο παράθυρο, κοιτούσε τον παγωμένο, ολόλευκο κήπο.
«Ελπίζω να φτιάξει ο καιρός»…
Όμως η άνοιξη δεν ήρθε ποτέ, μήτε το καλοκαίρι. Κι έτσι ήταν πάντα χειμώνας εκεί κι ο Βόρειος Άνεμος και το χαλάζι και το χιόνι κι η παγωνιά ασταμάτητα χόρευαν ανάμεσα στα δέντρα.
Κάποιο πρωινό, ο Γίγαντας ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του μ' ανοιχτά μάτια, όταν άκουσε μια θεσπέσια μουσική. Ηχούσε τόσο γλυκά στ' αυτιά του που πίστεψε πως μάλλον θα 'ταν οι μουσικοί του βασιλιά που πέρναγαν — κι όμως, ήταν μονάχα ένας μικρούλης σπίνος που τραγουδούσε έξω απ' το παραθύρι του. Μα είχε κυλήσει τόσο πολύς καιρός από τότε που το στερνό τιτίβισμα είχε ακουστεί στον κήπο του, που θάρρεψε πως ήταν η ομορφότερη μουσική στον κόσμο.
Κι άξαφνα, το χαλάζι σταμάτησε το χορό του πάνω απ' το κεφάλι του Γίγαντα, ο Βόρειος Άνεμος έπαψε να βρυχάται, και μια μεθυστική ευωδιά τον τύλιξε, περνώντας απ' τ' ανοιχτό παραθυρόφυλλο. «Θαρρώ πως η άνοιξη επιτέλους έφτασε», είπε ο Γίγαντας και πηδώντας απ' το κρεβάτι κοίταξε έξω.
Μα τι ήταν αυτό που 'πνιξε τη ματιά του;
'Ηταν η πιο μαγευτική εικόνα. Από ένα άνοιγμα στον τοίχο, τα παιδιά σύρθηκαν μέσα και σκαρφάλωσαν στα μπράτσα των δέντρων. Σε κάθε δέντρο που αγκάλιαζε το μάτι του αντίκριζε κι ένα παιδάκι. Και τα δέντρα πετάριζαν από χαρά για τα παιδιά που γύρισαν, κι έτσι ντύθηκαν με λουλούδια και λύγιζαν τα μπράτσα τους απαλά, πάνω απ' τα παιδικά κεφαλάκια. Τα πουλιά φτερούγιζαν ολόγυρα τιτιβίζοντας μαγευτικά και τα λουλούδια κρυφοκοίταζαν μεσ' απ' την πράσινη χλόη και ξεκαρδίζονταν στα γέλια.
Ήταν μια όμορφη εικόνα, μα όμως στην άκρη της κρατούσε ακόμα ο χειμώνας. Ήταν που στην πιο απόμερη γωνιά του κήπου, στέκονταν ένα μικρό αγόρι. Κι ήταν τόσο μικρό που μήτε τα κλαδιά του δέντρου δεν μπόραγε να φτάσει, έτσι που απελπισμένο βάλθηκε να κόβει βόλτες γύρω του κλαίγοντας γοερά.
Το καημένο το δεντράκι ήταν ακόμα σκεπασμένο από πάγο και χιόνι κι ο Βόρειος Άνεμος φυσούσε και μούγκριζε από πάνω του.
«Σκαρφάλωσε, μικρό μου αγοράκι», έλεγε το δέντρο, και λύγιζε τα κλαδιά του όσο μπορούσε, αλλά το αγόρι ήταν μικρό, τόσο μικρό.
Η καρδιά του Γίγαντα έλιωσε καθώς το έβλεπε.
«Πόσο σκληρόκαρδος ήμουνα», συλλογίστηκε. «Τώρα ξέρω γιατί η άνοιξη δεν θα 'ρχονταν ποτέ εδώ. Να, τώρα θ' ανεβάσω αυτό το αγοράκι στην κορφή του δέντρου κι έπειτα θα γκρεμίσω τον τοίχο, έτσι που ο κήπος μου θα 'ναι μόνο για τα παιχνίδια των παιδιών». Κι αλήθεια, μετάνοιωσε πολύ για ό,τι είχε κάνει.
Έτσι, περπάτησε στις μύτες των ποδιών του, κι ανοίγοντας την εξώπορτα πολύ σιγά, βγήκε στον κήπο. Όμως, να, μόλις τα παιδιά τον είδαν σκιάχτηκαν τόσο πολύ, που όλα μαζί το 'βαλαν στα πόδια κι ο χειμώνας ήρθε ξανά στον κήπο. Μόνο το μικρό αγόρι δεν έφυγε, γιατί τα ματάκια του που 'ταν γεμάτα δάκρυα δεν είδαν το Γίγαντα που ερχόταν.
Κι ο Γίγαντας ήρθε κλεφτά πίσω του, το πήρε απαλά στο χέρι του και το ανέβασε στο δέντρο. Και το δέντρο άνθισε. Τα πουλιά ήρθαν και τραγούδησαν πάνω του και τ' αγοράκι τύλιξε τα χεράκια του γύρω στο λαιμό του Γίγαντα και τον φίλησε. Και τ' άλλα παιδιά, σαν είδαν πως ο Γίγαντας δεν ήταν πια κακός, γύρισαν τρέχοντας και μαζί τους ήρθε η άνοιξη,
«Τώρα είναι ο κήπος σας αυτός, μικρά μου παιδάκια», είπε ο Γίγαντας, και παίρνοντας ένα μεγάλο τσεκούρι γκρέμισε τον τοίχο. Κι όταν οι άνθρωποι περνούσαν για την αγορά στις δώδεκα η ώρα βρήκαν τον Γίγαντα να παίζει στον πιο όμορφο κήπο που είχαν δει ποτέ.
Ολημερίς έπαιζαν και το βράδυ πήγαν στο Γίγαντα να τον αποχαιρετίσουν. «Όμως, πού είναι ο μικρός σας σύντροφος;» είπε. «Το αγόρι που ανέβασα στο δέντρο». Βλέπετε ο Γίγαντας το αγαπούσε απ' τ' άλλα περισσότερο, γιατί τον είχε φιλήσει.
«Δεν ξέρουμε», αποκρίθηκαν τα παιδιά «έφυγε».
«Πρέπει να του πείτε να 'ρθει οπωσδήποτε αύριο», είπε ο Γίγαντας.
Αλλά τα παιδιά είπαν πως δεν ήξεραν που έμενε και πως δεν το είχαν δει ποτέ πριν. Κι ο Γίγαντας ήταν πολύ λυπημένος. Κάθε απόγευμα, όταν το σχολείο τέλειωνε, τα παιδιά έρχονταν κι έπαιζαν με το Γίγαντα. Μα το μικρό αγόρι, που ο Γίγαντας αγαπούσε, ποτέ δε φάνηκε. Εκείνος φέρνονταν καλά σ' όλα τα παιδιά κι όμως του έλειπε ο πρώτος μικρός του φίλος και συχνά μιλούσε γι' αυτόν θλιμμένα «πόσο θα 'θελα να τον έβλεπα!» έλεγε κάθε τόσο.
Τα χρόνια κύλησαν. Κι ο Γίγαντας γέρασε κι αδυνάτισε. Δεν μπορούσε να παίξει πια κι έτσι κάθονταν σε μια πελώρια πολυθρόνα και παρακολουθούσε τα παιγνίδια των παιδιών και θαύμαζε τον κήπο. «Έχω πολλά όμορφα λουλούδια», έλεγε «μα τα παιδιά είναι τα ωραιότερα απ' όλα».
Ένα χειμωνιάτικο πρωινό κοίταξε έξω απ' το παράθυρο, καθώς ντυνόταν. Δε μισούσε τώρα το χειμώνα, γιατί ήξερε πως η άνοιξη κοιμόταν μόνο και τα λουλούδια ξεκουράζονταν.
Ξάφνου έτριψε τα μάτια του από απορία και κοίταζε… και κοίταζε… Ήταν βέβαια κάτι το θαυμάσιο…
Στην πιο απόμερη γωνιά του κήπου ένα δέντρο ήταν σκεπασμένο μ' ολόλευκα λουλούδια. Τα κλαδιά του ήταν χρυσαφένια κι ασημένια φρούτα κρέμονταν, ενώ πλάι του στεκόταν το μικρό αγόρι που 'χε τόσο αγαπήσει.
Όρμησε τρέχοντας στις σκάλες ο Γίγαντας, γιομάτος χαρά, και τρέχοντας βγήκε στον κήπο. Έτρεξε πάνω στο γρασίδι κι ήρθε κοντά στο παιδί. Κι όταν το έφτασε, το πρόσωπο του κοκκίνισε απ' την οργή κι είπε: «Ποιος τόλμησε να σε πληγώσει;» Γιατί στις παλάμες του αγοριού και στα μικρά του πόδια διακρίνονταν οι πληγές από καρφιά.
«Ποιος τόλμησε να σε πληγώσει;» φώναξε ο Γίγαντας «πες μου κι εγώ θα πάρω το μεγάλο μου σπαθί να τόνε κάνω κομμάτια!».
«Κανένας!» αποκρίθηκε το παιδί «όμως αυτές είναι οι πληγές της αγάπης!».
«Ποιος είσαι;» είπε ο Γίγαντας, κι ένας παράξενος φόβος τον κυρίεψε και γονάτισε μπρος στο παιδί.
Και το παιδί του χαμογέλασε και του είπε: «Μ' άφησες κάποτε να παίξω στον κήπο σου, απόψε εσύ θα 'ρθεις μαζί μου στο δικό μου κήπο, τον Παράδεισο».
Κι όταν τα παιδιά ήρθαν τρέχοντας το απόγεμα, βρήκαν το Γίγαντα νεκρό κάτω απ' το δέντρο, σκεπασμένο ολάκερο με κάτασπρα λουλούδια.
μτφ. Ελένη Μπόλλη
[πηγή: Ν. Γρηγοριάδης, Δ. Καρβέλης, Χ. Μηλιώνης, Κ. Μπαλάσκας & Γ. Παγανός, Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α' Γυμνασίου, Αθήνα, ΟΕΔΒ, 71987, σ. 49-53]

Το θυμάστε το παιδικό περιοδικό Σεραφίνο;

 


Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Φτιάξτε αποκριάτικες προσωπίδες

 


Αποκριάτικες προσωπίδες. Μια ανάμνηση χαραγμένη στο νου που την συνοδεύει η μυρωδιά του χαρτονιού. Με το λαστιχάκι που στήριζε στο κεφάλι την προσωπίδα και που με το παραμικρό έβγαινε ή έσπαζε. Στο μπακάλικο της γειτονιάς κρεμασμένες σε ένα σχοινί μαζί με χαρτοπόλεμο που τον έδιναν χύμα και πολύχρωμα κομφετί. Φτιάξτε και εσείς τις δικές σας προσωπιδες μαζί με τα παιδιά σας

Κάτι απο παλιά